Βασικό ρόλο στη διαχείριση και εποπτεία του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων αναλαμβάνει η ΑΑΔΕ με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διακίνηση μαύρου χρήματος. Όπως προβλέπει διάταξη στο πολυμονοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση αναμορφώνεται το πλαίσιο λειτουργίας του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων, σε συμμόρφωση με την κοινοτική οδηγία 2024/1640 που αφορά την ενίσχυση της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Βασική αλλαγή αποτελεί η μεταφορά της ευθύνης για τη διαχείριση, τη λειτουργία, την εποπτεία και την ασφάλεια του Μητρώου στην ΑΑΔΕ ενώ παράλληλα ενισχύεται η διαφάνεια και ο έλεγχος ιδιοκτησίας των offshore εταιριών.
Πρόσβαση θα έχουν οι αρμόδιες αρχές και πρόσωπα με ειδικό έννομο συμφέρον, όπως δημοσιογράφοι, ερευνητές και οργανώσεις. Για παραβάσεις επιβάλλονται πρόστιμα έως 40.000 ευρώ, ενώ σοβαρές παραλείψεις συνεπάγονται δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας μέχρι την πλήρη συμμόρφωση των υπόχρεων φορέων με τις υποχρεώσεις. Το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, είναι μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων όπου καταχωρίζονται τα στοιχεία των φυσικών προσώπων που ελέγχουν πραγματικά τις εταιρείες και τα νομικά πρόσωπα με στόχο τη διαφάνεια των εταιρικών δομών και την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Οι ρυθμίσεις
Σύμφωνα με τις βασικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο:
Τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες οφείλουν να τηρούν ακριβή και επικαιροποιημένα στοιχεία για τους πραγματικούς δικαιούχους και να δηλώνουν κάθε μεταβολή εντός εξήντα ημερών. Προβλέπεται προστασία ευάλωτων δικαιούχων και δυνατότητα προσφυγής.
Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, την υπηκοότητα, τη χώρα διαμονής, καθώς και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων ή του ελέγχου που ασκεί κάθε δικαιούχος. Υπεύθυνος για την τήρηση του ειδικού μητρώου είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ειδικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Τα σχετικά δεδομένα παραμένουν διαθέσιμα για δέκα χρόνια μετά τη διαγραφή της οντότητας. Οι εισηγμένες εταιρείες εξαιρούνται από την καταχώριση στο Κεντρικό Μητρώο, εφόσον τηρούν το προβλεπόμενο αρχείο γνωστοποιήσεων.
Η ΑΑΔΕ αποκτά ευρείες ελεγκτικές αρμοδιότητες και μπορεί να εξετάζει την πληρότητα και την ακρίβεια των καταχωρίσεων, ακόμη και με επιτόπιους ελέγχους στην έδρα ή την εγκατάσταση της επιχείρησης, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Το Μητρώο μπορεί να διασυνδέεται με το ΓΕΜΗ, τα αποθετήρια τίτλων και άλλες δημόσιες βάσεις δεδομένων, καθώς και με τα αντίστοιχα μητρώα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άμεση και απεριόριστη πρόσβαση παρέχεται στις αρχές καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων, στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, στις φορολογικές και τελωνειακές υπηρεσίες και στις λοιπές αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Πρόσβαση μπορούν να αποκτούν και ιδιώτες που αποδεικνύουν ειδικό έννομο συμφέρον σχετικό αποκλειστικά με την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται δημοσιογράφοι, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ερευνητές, υποψήφιοι συναλλασσόμενοι, ορισμένες αρχές τρίτων χωρών και φορείς που εμπλέκονται σε δημόσιες συμβάσεις ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Το σχετικό αίτημα υποβάλλεται αιτιολογημένα στην ΑΑΔΕ και εξετάζεται, κατά κανόνα, εντός δώδεκα εργάσιμων ημερών ή επτά ημερών, εάν έχει προηγηθεί έγκριση παρόμοιου αιτήματος. Η έγκριση ισχύει για τρία χρόνια. Σε περίπτωση απόρριψης ή ανάκλησης της πρόσβασης προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον ειδικής τριμελούς επιτροπής. Παράλληλα, ο πραγματικός δικαιούχος μπορεί να ζητήσει τον περιορισμό της πρόσβασης στα στοιχεία του, όταν κινδυνεύει από εξαπάτηση, απαγωγή, εκβιασμό, βία ή παρενόχληση ή όταν είναι ανήλικος ή δικαιοπρακτικά ανίκανος.
Ταυτόχρονα θεσπίζονται αυστηρές κυρώσεις. Για μη υποβολή, ανακριβή καταχώριση ή μη τήρηση του ειδικού μητρώου προβλέπονται πρόστιμα από 5.000 έως 40.000 ευρώ, ανάλογα με τον κύκλο εργασιών ή τον αριθμό εργαζομένων. Ειδικότερα προβλέπονται πρόστιμα:
- 5.000 ευρώ για κύκλο εργασιών έως 100.000 ευρώ,
- 10.000 ευρώ για κύκλο εργασιών άνω των 100.000 έως 700.000 ευρώ,
- 20.000 ευρώ για κύκλο εργασιών 700.000 έως 8 εκατ. ευρώ και
- 40.000 ευρώ για κύκλο εργασιών άνω των 8 εκατ. ευρώ.
Για εκπρόθεσμη δήλωση προβλέπονται πρόστιμα 100 ή 500 ευρώ, ενώ μετά την παρέλευση τριών μηνών η δήλωση θεωρείται μη υποβληθείσα. Οι σοβαρές παραβάσεις συνεπάγονται και δέσμευση της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας μέχρι τη συμμόρφωση. Για τα εμπιστεύματα προβλέπεται πρόστιμο 10.000 ευρώ, το οποίο διπλασιάζεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή υποτροπής.
Τι ισχύει για τις οffshore
Στο πλαίσιο της αναμόρφωσης του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων, ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα προσδιορισμού των φυσικών προσώπων που βρίσκονται πίσω από υπεράκτιες ή εξωχώριες εταιρείες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η συγκεκριμένη εταιρεία ή οντότητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και ποιες υποχρεώσεις δήλωσης και τήρησης στοιχείων απορρέουν από τη νομική και πραγματική της κατάσταση.
Ειδικότερα:
Εντοπισμός του πραγματικού δικαιούχου: Εξετάζεται ποιο φυσικό πρόσωπο κατέχει τελικά ή ασκεί έλεγχο στην εταιρεία, ακόμη και όταν η ιδιοκτησία διέρχεται από μία ή περισσότερες ενδιάμεσες εταιρείες.
Offshore ως μέτοχος ελληνικής εταιρείας: Όταν υπεράκτια εταιρεία συμμετέχει σε ελληνική εταιρεία, πρέπει να εξετάζεται η συνολική αλυσίδα ιδιοκτησίας και ελέγχου, προκειμένου να προσδιοριστούν και να δηλωθούν οι πραγματικοί δικαιούχοι σύμφωνα με τις εφαρμοστέες υποχρεώσεις.
Έλεγχοι και διασταυρώσεις: Η προβλεπόμενη ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ και η δυνατότητα διασύνδεσης του Μητρώου με άλλα πληροφοριακά συστήματα μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο της ακρίβειας και της πληρότητας των δηλωμένων στοιχείων.
Πρόσβαση στις πληροφορίες: Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να έχουν πρόσβαση για την εκτέλεση των νόμιμων καθηκόντων τους. Πρόσβαση από τρίτους, όπως δημοσιογράφους, ερευνητές ή οργανώσεις, εξαρτάται από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και τη διαδικασία έγκρισης.
Κυρώσεις: Η μη υποβολή, η ανακριβής δήλωση ή η μη τήρηση των απαιτούμενων στοιχείων μπορεί να επιφέρει διοικητικές κυρώσεις και άλλες συνέπειες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
Πηγή: Capital.gr
















