Aντιμέτωποι με τσουχτερά πρόστιμα είναι όσοι φορολογούμενοι έχουν υποβάλει ανακριβή φορολογική δήλωση και δεν προχωρήσουν στη διόρθωσή της με τροποποιητική δήλωση. Εφόσον εντοπιστούν μετά από τις διασταυρώσεις στις οποίες προχωρήσει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, τα πρόστιμα που θα κληθούν να καταβάλουν μπορεί να ξεπερνούν ακόμα και το 50% του φόρου της επιπλέον φορολογικής οφειλής. Σε ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις μάλιστα η υπόθεση τους μπορεί να αποκτήσει και ποινική διάσταση.
Ανακριβής θεωρείται η δήλωση στην οποία αναγράφονται χαμηλότερα εισοδήματα, παραλείπονται φορολογητέα ποσά ή καταχωρίζονται στοιχεία που οδηγούν σε μικρότερο φόρο από εκείνον που πραγματικά οφείλεται. Εφόσον η σχετική ανακρίβεια εντοπιστεί από τη Φορολογική Διοίκηση κατά τη διάρκεια ελέγχου ή διασταύρωσης, εκδίδεται διορθωτικός προσδιορισμός φόρου και ο φορολογούμενος καλείται να καταβάλει τόσο τη διαφορά του φόρου όσο και τις προβλεπόμενες πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Συνήθεις περιπτώσεις είναι η παράλειψη εισοδημάτων από περιστασιακή εργασία, αναδρομικές αποδοχές, επιδόματα, ενοίκια ή βραχυχρόνιες μισθώσεις. Προβλήματα μπορούν επίσης να προκύψουν από λανθασμένη καταχώριση ηλεκτρονικών δαπανών, από ανακριβή στοιχεία για κατοικίες και αυτοκίνητα ή από λανθασμένη μεταφορά δεδομένων που έχουν αποστείλει εργοδότες, τράπεζες και ασφαλιστικοί φορείς.
Η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης πριν από τη λήξη της εμπρόθεσμης περιόδου υποβολής φορολογικών δηλώσεων ,δηλαδή έως τις 24 Ιουλίου αποτελεί τον πιο ασφαλή τρόπο διόρθωσης. Για ορισμένα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα ή οντότητες με απλογραφικά βιβλία ισχύει προθεσμία έως τις 31 Ιουλίου 2026. Μετά τη λήξη των προθεσμιών, οι τροποποιητικές δηλώσεις εξακολουθούν να υποβάλλονται, αλλά μπορεί να προκύψουν τόκοι ή πρόστιμα, ανάλογα με το αποτέλεσμα και τον χρόνο υποβολής. Για τον λόγο αυτό, όσοι διαπιστώνουν παραλείψεις ή αμφιβάλλουν για κωδικούς της δήλωσής τους πρέπει να επανελέγχουν άμεσα τα στοιχεία και να προχωρούν στην υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων πριν η ΑΑΔΕ ενεργοποιήσει το σύστημα των διασταυρώσεων.
Τα πρόστιμα
Το ύψος του προστίμου εξαρτάται από τη διαφορά που διαπιστώνεται και του φόρου που είχε προκύψει από την αρχική δήλωση. Όταν η διαφορά κυμαίνεται από 5% έως 20% του αρχικά δηλωθέντος φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 10% της διαφοράς. Αν η διαφορά υπερβαίνει το 20% και φθάνει έως το 50%, το πρόστιμο ανέρχεται στο 25% της διαφοράς. Όταν, η απόκλιση ξεπερνά το 50% του φόρου της αρχικής δήλωσης, η κύρωση φθάνει στο 50% της επιπλέον φορολογικής οφειλής. Επομένως, όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση, τόσο βαρύτερη γίνεται η συνολική επιβάρυνση.
Το πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης διαφέρει από το πρόστιμο της εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης που ανέρχεται σε 100 ευρώ. Για απόκλιση μικρότερη από 5% δεν ενεργοποιείται η αναλογική κλίμακα του άρθρου 54, παραμένει όμως καταβλητέος ο πρόσθετος φόρος και ενδέχεται να οφείλονται τόκοι.
Αυστηρότερο καθεστώς ισχύει για τις ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων. Στις περιπτώσεις αυτές το πρόστιμο καθορίζεται σε ποσοστό 50% επί της διαφοράς που προκύπτει από τον έλεγχο. Για παράδειγμα, αν διαπιστωθεί ότι δεν αποδόθηκε ΦΠΑ 4.000 ευρώ, μπορεί να καταλογιστεί, πέρα από τον κύριο φόρο, πρόστιμο 2.000 ευρώ. Αντίστοιχα, για ανακριβή δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 προβλέπεται πρόστιμο 100 ευρώ, ενώ όταν οι ίδιες μεταβολές επαναλαμβάνονται σε δηλώσεις περισσότερων ετών επιβάλλεται, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, ένα μόνο πρόστιμο.
Στον πρόσθετο φόρο μπορεί να υπολογιστεί και τόκος εκπρόθεσμης καταβολής. Ο ισχύων μηνιαίος τόκος αναφέρεται σε 0,73% και επιβαρύνει την οφειλή για το διάστημα κατά το οποίο ο φόρος παρέμεινε απλήρωτος. Το τελικό ποσό μπορεί, συνεπώς, να αυξηθεί αρκετά , ιδίως όταν η παράλειψη δήλωσης εισοδημάτων αφορά παλαιότερα φορολογικά έτη. Η συνολική επιβάρυνση δεν περιορίζεται στο αναλογικό πρόστιμο, αλλά περιλαμβάνει τον επιπλέον φόρο, τους τόκους και, ανάλογα με την περίπτωση και άλλες κυρώσεις.
Πηγή: Capital.gr
















