Στο στόχαστρο του ψηφιακό δόκανου της ΑΑΔΕ, του αυτοματοποιημένου αλγορίθμου που "βλέπει τα πάντα", βρίσκονται χιλιάδες φορολογούμενοι που ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν περιπτώσεις φοροδιαφυγής και διακίνησης μαύρου χρήματος. Ο κεντρικός αλγόριθμος της ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί κριτήρια ανάλυσης κινδύνου για τις υποθέσεις που έχει επιλέξει, καθώς το σύστημα "σκανάρει" φορολογούμενους και επιχειρήσεις βάσει αποκλίσεων, ιστορικού, αλλά και κλαδικών δεικτών, δηλαδή σύγκριση της κερδοφορίας μιας επιχείρησης με τον μέσο όρο του κλάδου της και στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Οι υποθέσεις που εξετάζονται αφορούν: μεγάλη φοροδιαφυγή και επιστροφές φόρου, μεταβίβαση ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, υποθέσεις που προέκυψαν από εισαγγελικές παραγγελίες ή από εντολή οποιασδήποτε Εισαγγελικής ή Δικαστικής Αρχής, καθώς και επαγγελματίες που αμφισβήτησαν το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα.
Η αξιοποίηση τεχνολογιών ανάλυσης δεδομένων αποτελεί βασικό στοιχείο του εκσυγχρονισμού της φορολογικής διοίκησης. Μέσα από τη χρήση του ειδικού αλγορίθμου, η ΑΑΔΕ επιχειρεί να εντοπίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις περιπτώσεις που χρήζουν ελέγχου, μειώνοντας την ανάγκη για εκτεταμένους τυχαίους ελέγχους και βελτιώνοντας τη συνολική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος.
Πώς λειτουργεί ο αλγόριθμος
Ο ειδικός αλγόριθμος λειτουργεί ως μηχανισμός ανάλυσης δεδομένων που εξετάζει μεγάλο όγκο πληροφοριών και συμβάλλει στον καθορισμό των προτεραιοτήτων των φορολογικών ελέγχων. Με τον τρόπο αυτό, οι έλεγχοι δεν βασίζονται αποκλειστικά σε τυχαία επιλογή, αλλά σε αντικειμενικά κριτήρια που αυξάνουν την πιθανότητα εντοπισμού παραβάσεων.
Το σύστημα λαμβάνει υπόψη στοιχεία από φορολογικές δηλώσεις, διασταυρώσεις εισοδημάτων, τραπεζικά δεδομένα, πληροφορίες από ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και δεδομένα που προκύπτουν από προηγούμενους ελέγχους. Μέσα από τη σύγκριση και την επεξεργασία αυτών των πληροφοριών, ο αλγόριθμος μπορεί να εντοπίσει ασυνήθιστα πρότυπα συμπεριφοράς, αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας ή άλλες ενδείξεις που ενδέχεται να υποδηλώνουν φοροδιαφυγή.
Η χρήση αλγοριθμικών μεθόδων επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να δίνει προτεραιότητα σε υποθέσεις υψηλού κινδύνου. Παράλληλα, συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των φορολογουμένων, καθώς η επιλογή γίνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων και όχι υποκειμενικών κριτηρίων.
Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας εκσυγχρονισμού του κράτους και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Μέσα από την αξιοποίηση τεχνολογιών ανάλυσης δεδομένων, η φορολογική διοίκηση επιδιώκει να ενισχύσει τη συμμόρφωση των πολιτών και να διασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών. Ο ειδικός αλγόριθμος αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση, συμβάλλοντας σε ένα πιο αποτελεσματικό και σύγχρονο σύστημα φορολογικού ελέγχου. Στόχος είναι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί να επικεντρώνονται σε περιπτώσεις όπου εμφανίζονται ενδείξεις ασυνέπειας μεταξύ δηλωθέντων στοιχείων και πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας.
Τρεις πυλώνες
Το σύστημα της ΑΑΔΕ βασίζεται σε τρεις κύριους πυλώνες:
- Αυτοματοποιημένες Διασταυρώσεις Δεδομένων: Οι αλγόριθμοι συγκρίνουν σε πραγματικό χρόνο στοιχεία από διαφορετικές πηγές, όπως:
-- myDATA: Ηλεκτρονικά βιβλία και τιμολόγια.
-- POS και Ταμειακές Μηχανές: Στοιχεία συναλλαγών.
-- Τραπεζικά Δεδομένα: Κινήσεις λογαριασμών και καταθέσεις.
-- Κτηματολόγιο και Μητρώα: Στοιχεία ακίνητης περιουσίας και οχημάτων.
-- Social Media και Διαδίκτυο: Σάρωση για δραστηριότητες (π.χ. πωλήσεις influencers, e-shops) που δεν συμφωνούν με τα δηλωθέντα εισοδήματα.
- Ανάλυση Κινδύνου (Risk Analysis): Αντί να ελέγχεται οριζόντια όλος ο πληθυσμός, τα συστήματα "βαθμολογούν" φορολογούμενους και επιχειρήσεις βάσει παραμέτρων κινδύνου. Όταν ένας φορολογούμενος παρουσιάζει μια εικόνα που αποκλίνει από τον μέσο όρο του κλάδου του ή εμφανίζει ύποπτες συμπεριφορές, ο αλγόριθμος "σημαίνει συναγερμό" για στοχευμένο έλεγχο.
- Προηγμένα Μαθηματικά Μοντέλα: Η ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί εξειδικευμένους δείκτες, όπως τον δείκτη ομοιότητας Jaccard (Jaccard similarity index). Αυτός ο αλγόριθμος βοηθά στον εντοπισμό "αχυρανθρώπων" και εταιρειών-φαντασμάτων, συγκρίνοντας δεδομένα (όπως διευθύνσεις, πρόσωπα, δραστηριότητες) για να δει αν διαφορετικές επιχειρήσεις "μοιάζουν" υπερβολικά πολύ, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ενός κρυφού δικτύου απάτης.
Ποιοι ελέγχονται
Μια βασική κατηγορία φορολογουμένων που βρίσκονται στο στόχαστρο των ελέγχων είναι όσοι εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ εισοδημάτων και περιουσιακής κατάστασης. Για παράδειγμα, όταν δηλώνονται χαμηλά εισοδήματα αλλά καταγράφονται μεγάλες αγορές ακινήτων, οχημάτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, ο αλγόριθμος ενδέχεται να αξιολογήσει την περίπτωση ως υψηλού κινδύνου. Παρόμοια, αυξημένη προσοχή δίνεται σε περιπτώσεις όπου καταγράφονται υψηλές καταθέσεις ή κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης ελεύθεροι επαγγελματίες και επιχειρήσεις που παρουσιάζουν ασυνήθιστα χαμηλά δηλωθέντα έσοδα σε σχέση με τον κλάδο δραστηριότητάς τους. Ο αλγόριθμος συγκρίνει στοιχεία μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου επαγγελματικού τομέα και εντοπίζει περιπτώσεις σημαντικών αποκλίσεων από τον μέσο όρο. Αν μια επιχείρηση εμφανίζει επίμονα πολύ χαμηλότερο κύκλο εργασιών σε σχέση με αντίστοιχες επιχειρήσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιλογή για έλεγχο.
Στο στόχαστρο βρίσκονται και οι περιπτώσεις φορολογουμένων που εμφανίζουν ασυνέπειες στις δηλώσεις ΦΠΑ ή παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις στα οικονομικά τους στοιχεία από έτος σε έτος χωρίς προφανή αιτία. Επίσης, το σύστημα ενδέχεται να επισημαίνει περιπτώσεις όπου καταγράφονται επαναλαμβανόμενες ζημίες σε επιχειρήσεις που εξακολουθούν να λειτουργούν κανονικά, καθώς αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη λογιστικών πρακτικών που μειώνουν τεχνητά τα φορολογητέα κέρδη.
Ο αλγόριθμος λαμβάνει υπόψη και πληροφορίες από ψηφιακές πλατφόρμες και συστήματα ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η ευρεία χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών και η διαβίβαση δεδομένων μέσω συστημάτων όπως τα ηλεκτρονικά βιβλία επιτρέπουν τη σύγκριση των στοιχείων σε πραγματικό χρόνο. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζονται ευκολότερα περιπτώσεις μη έκδοσης αποδείξεων ή ασυμφωνίας μεταξύ των δηλωθέντων στοιχείων και των πραγματικών συναλλαγών.
Από τον αλγόριθμο δεν ξεφεύγουν και φορολογούμενοι που εμφανίζουν επαναλαμβανόμενες τροποποιητικές δηλώσεις, σημαντικές αλλαγές στα εισοδήματά τους χωρίς σαφή αιτιολόγηση ή συχνές μεταβολές στη νομική μορφή των επιχειρήσεών τους. Ο αλγόριθμος μπορεί επίσης να εντοπίσει δίκτυα συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων που εμφανίζουν ασυνήθιστα χαρακτηριστικά.
Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο".
















